Το άρθρο ξεκινά με μια δήλωση. Αγάπη προς το σώμα μας δεν είναι η αποδοχή του αλλά η όσο το δυνατόν ποιοτικότερη αναβάθμισή του. Τώρα συνεχίστε την ανάγνωση με δική σας ευθύνη.
Για σχεδόν μια δεκαετία, ο κόσμος των media και των social media είχε βρει τη νέα του αίρεση: το Body Positivity. Το μήνυμα δεν ήταν απλώς «αποδεχτείτε τη διαφορετικότητα», που είναι και λόγικο βρε αδερφέ, αλλά μια σχεδόν επιθετική επιβολή ότι το plus-size είναι η μόνη αυθεντική αλήθεια. Όποιος τολμούσε να ψιθυρίσει τη λέξη «δίαιτα» ή να προτείνει μια σαλάτα, αντιμετωπιζόταν ως ιερόσυλος, εχθρός της κοινωνίας και κήρυκας του «fatphobia».
Τα lifestyle περιοδικά, οι influencers και τα brands μας είχαν ζαλίσει τον έρωτα ότι το μέγεθος 52 (για τις γυναίκες) είναι – με το καλό και με το ζόρι- η νέα ανώτερη ηθική βαθμίδα της ανθρώπινης ενσυναίσθησης.
Μας είπαν ότι η κυτταρίτιδα είναι πολιτική πράξη, ότι τα παραπάνω κιλά είναι μια περήφανη αντίσταση στα πατριαρχικά πρότυμα ομορφιάς και ότι το να αγαπάς τις καμπύλες σου είναι το απόλυτο status symbol της αυτοπεποίθησης.
Μερικοί χειροκροτήσαμε γιατί πιστέψαμε ότι η βιομηχανία της μόδας βρήκε επιτέλους την ψυχή της και άλλοι μείναμε σιωπηλοί εν τέλει διότι τα όποια επιχειρήματά μας αντιμετωπιζόταν με κραυγές ή πσόφους.
Και μετά, μπορεί να μην ήρθαν οι μέλισσες ήρθε όμως η επιστήμη. Με τη μορφή των GLP-1 φαρμάκων ταχέως αδυνατίσματος τύπου Ozempic.
Μέσα σε λίγους μήνες, το ακλόνητο οικοδόμημα της «περήφανης καμπύλης» κατέρρευσε με σχεδόν κωμικό τρόπο. Όλα εκείνα τα επαναλαμβανόμενα mantras περί «αποδοχής του σώματός μας ακριβώς όπως είναι», εξαφανίστηκαν μόλις η απώλεια βάρους σταμάτησε να απαιτεί το μαρτύριο του διαδρόμου και του ανάλατου μπρόκολου.
Μόλις το «αδυνάτισμα χωρίς κόπο» έγινε μια απλή εβδομαδιαία δόση, οι μεγαλύτεροι σημαιοφόροι του κινήματος κατάπιαν τις αρχές τους πιο γρήγορα κι από το ίδιο το φάρμακο.
Οι ίδιοι icons που έχτισαν καριέρες, έβγαλαν μανιφέστα και έκαναν δακρύβρεχτα βίντεο για το πόσο «ευλογημένοι» ένιωθαν στα μεγάλα τους μεγέθη, εμφανίστηκαν ξαφνικά στις οθόνες μας μισοί, με το βλέμμα της απόλυτης δικαίωσης και ένα ελαφρώς ταλαιπωρημένο «Ozempic face».
Οι δικαιολογίες; Συγκλονιστικές: «Το έκανα γιατί μόλις εφέτος, η παχυσαρκία άρχισε να κάνει κακό στον κόσμο», «απέκτησα μια ξαφνική δυσανεξία στο σωματικό λίπος», «όπως πήγα να πιω νερό έπεσε το μπουκάλι, χτύπησε στην άκρη του πάγκου, ξεβιδώθηκε το καπάκι, έπεσαν τα χάπια στο ποτήρι και τα πήρα χωρίς να το θέλω».
Η υποκρισία της βιομηχανίας ολοκληρώθηκε με τις πασαρέλες να αδειάζουν από plus-size μοντέλα με την ταχύτητα που τρέχει βουλευτής να πάρει το μισθό του. Τα επίσημα στοιχεία από το Vogue Business Inclusivity Report είναι ο απόλυτος μάρτυρας αυτής της κωλοτούμπας.
Από τα χιλιάδες λουκ που παρουσιάστηκαν στις μεγάλες πρωτεύουσες της μόδας στη σεζόν, το 97,1% ανήκε πλέον σε υπερβολικά αδύνατα μοντέλα (μεγέθη US 0-4). Τα plus-size μοντέλα περιορίστηκαν στο ταπεινωτικό 0,9%, σημειώνοντας ελεύθερη πτώση. Στο δε Μιλάνο, από τους 55 οίκους μόδας, μόλις 4 δέχτηκαν να περπατήσει στην πασαρέλα τους έστω και μία γυναίκα που δεν ήταν «κρεμάστρα».
Αποδείχθηκε ότι η «επανάσταση» δεν ήταν τίποτα παραπάνω από ένα marketing trend. Μόλις η τεχνολογία πρόσφερε τη συντόμευση, η «μόνη αλήθεια» της καμπύλης αντικαταστάθηκε από την παλιά, καλή, παραδοσιακή αλήθεια του «slim chic».
Τελικά, το μάθημα αυτής της ιστορίας είναι απλό: Η αγάπη για το σώμα μας είναι μια υπέροχη, ακλόνητη αξία. Όταν όμως ορίζεται από εμάς τους ίδιους και όχι όσους θέλουν να μας κάνουν σαν αυτούς.









