«Και οι τοίχοι έχουν αυτιά». Ποιος δεν έχει ακούσει αυτή τη φράση έστω μία φορά στη ζωή του;
Τη λέμε αυθόρμητα όταν μιλάμε χαμηλόφωνα, όταν φοβόμαστε μήπως κάποιος μας ακούει ή όταν το περιβάλλον… δεν εμπνέει εμπιστοσύνη.
Λίγοι όμως γνωρίζουν ότι η έκφραση δεν είναι απλώς μεταφορική — έχει ρίζες στη βυζαντινή μηχανική και την πραγματική κατασκοπεία.
Η ιστορία ξεκινά στους βυζαντινούς χρόνους και συγκεκριμένα στην Ακροκόρινθο. Εκεί, ο λαμπρός μηχανικός Ναρσής κατασκεύασε ένα εντυπωσιακό σύστημα για τον άρχοντα Λέοντα Σγουρό.
Μέσα στα τείχη του φρουρίου τοποθέτησε κεραμικούς σωλήνες από κεραμόχωμα, οι οποίοι ξεκινούσαν από τις επάλξεις και κατέληγαν στα υπόγεια μπουντρούμια.
Τα υπόγεια αυτά λειτουργούσαν ως φυλακές. Και το πιο ανατριχιαστικό; Οι σωλήνες μετέδιδαν τις συνομιλίες των κρατουμένων, χωρίς εκείνοι να το γνωρίζουν. Έτσι, οι φύλακες μπορούσαν να συλλέγουν πληροφορίες, ειδικά όταν οι φυλακισμένοι ήταν εχθρικοί στρατιώτες ή κατάσκοποι.
Το σύστημα αυτό ονομαζόταν τότε «ωτία» — δηλαδή «αυτιά». Κυριολεκτικά, οι τοίχοι άκουγαν.
Η φράση «και οι τοίχοι έχουν αυτιά» εμφανίζεται για πρώτη φορά σε γραπτή μορφή αιώνες αργότερα, στην όπερα «Φιντέλιο» του Λούντβιχ βαν Μπετόβεν, αλλά η ιδέα της είχε ήδη εφαρμοστεί… πέτρα με πέτρα στο Βυζάντιο.









