Κάπου κάποτε στην Ουκρανία, ζούσε ένας γέροντας μαζί με τα παιδιά του. Είχε χηρέψει νέος ο καημένος και όλη του τη ζωή δούλεψε σκληρά για να τα μεγαλώσει σωστά.
Όταν όντως μεγάλωσαν κι έκαναν δικές τους οικογένειες, σκέφτηκε ο γέροντας ότι καιρός είναι να ξεκουραστεί λιγάκι. Να θυμάστε ότι τότε δεν υπήρχαν συντάξεις ή αποταμιευτικά προγράμματα και αν κάποιος δεν είχε φροντίσει ή καταφέρει να μαζέψει χρήματα για τα γεράματά του, εξαρτιόταν ολοκληρωτικά από τους δικούς του.
Έτσι και ο ήρωας της ιστορίας μας. Πήγε λοιπόν στο σπίτι του πρώτου του γιου να τον φιλοξενήσει, αλλά τόσο εκείνος όσο και η γυναίκα του, «στράβωσαν» κατά το κοινώς λεγόμενο.
Του έστρωσαν σε μια γωνιά στην κουζίνα, ξεχνούσαν να του δώσουν να φάει, ακόμα και για να πιει νερό έπρεπε να πάρει άδεια.
Πέρασε έτσι λίγος κακός καιρός πριν να τον στείλουν πακέτο στο δεύτερο γιο. Κι εκεί τα ίδια και χειρότερα. Πείνα, βρώμα, εγκατάλειψη και μετά «πήγαινε στην κόρη σου να μείνεις».
Να μην τα πολυλογούμε ό,τι έγινε τις δύο προηγούμενες φορές, συνεχίστηκε. Στο τέλος μαζεύτηκαν τα τρία παιδιά και αποφάσισαν να τον στείλουν ως εσωτερικό σε ένα σχολείο εκεί κοντά.
-Μα παιδιά μου, είναι σοβαρά πράγματα αυτά; Σχολείο στην ηλικία μου;
-Θα είσαι μια χαρά, πατέρα. Θα έχεις ένα στρώμα να κοιμάσαι, θα έχεις ένα πιάτο φαΐ, θα έχεις και παρέα!
Τι να κάνει ο γέροντας, πήρε τα ελάχιστα υπάρχοντά του και τράβηξε για το σχολείο. Στη μέση της διαδρομής, κάθισε πάνω σε μια πέτρα κι έκλαιγε τη μοίρα του. Εκεί τον βρήκε ο άρχοντας της περιοχής που περνούσε τυχαία με την κουστωδία του.
Άκουσε προσεχτικά το τι συνέβη και κατόπιν έβγαλε από την άμαξά του ένα μικρό σεντούκι, φτιαγμένο από εκλεκτό ξύλο και σκαλισμένο με περίτεχνες παραστάσεις. Το γέμισε χώμα και κομμάτια σπασμένου γυαλιού και του το έδωσε.
-Θα πας πίσω και θα πεις: Πριν χρόνια, είχα θάψει αυτό το σεντούκι με πολλά χρυσά νομίσματα μέσα όμως με τα βάσανα και τον θάνατο της μητέρας σας το είχα ξεχάσει. Το θυμήθηκα σήμερα και πήγα και το ξέθαψα. Όταν πεθάνω είναι δικό σας, αρκεί να με φροντίσετε.
Έτσι κι έγινε. Μόλις είδαν τα παιδιά το σεντούκι και άκουσαν την ιστορία, μόνο ξύλο που δεν έπαιξαν για το ποιο θα τον πρωτοπάρει στο σπίτι του.
Ο γέροντας πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του στα πούπουλα και όταν έφτασε η ώρα του, παρέδωσε το σεντούκι στους κληρονόμους, χαμογέλασε περισσότερο πλατιά απ’ όσο θα περίμενε κανείς και ξεψύχησε.
Τα παιδιά κάθισαν ολόγυρά του με τα μάτια τους να λάμπουν από τη λαχτάρα. Όπως το έπιασαν για να το ανοίξουν, το κουδούνισμα μέσα του υποσχόταν μεγάλο κέρδος.
Φανταστείτε την απογοήτευσή τους μόλις διαπίστωσαν ότι αντί για χρυσά νομίσματα βρήκαν χώμα, γυαλιά κι ένα ανορθόγραφο σημείωμα να λέει: «η αχαριστία βγαίνει πάντα σε κακό».










