Θεωρία της Συνεχούς Μικροενόχλησης (ουσ., θηλ.)
Κοινωνιολογική–ψυχοπολιτική ερμηνευτική υπόθεση σύμφωνα με την οποία η διαρκής παραγωγή και συντήρηση προβλημάτων χαμηλής έως μέτριας έντασης λειτουργεί ως μηχανισμός απορρόφησης κοινωνικής δυσαρέσκειας και αποτροπής ριζικής αμφισβήτησης της εξουσίας.
Η θεωρία υποστηρίζει ότι τα προβλήματα αυτά είναι επαρκώς σημαντικά ώστε να κινητοποιούν το άτομο ή την κοινωνική ομάδα προς την κατεύθυνση της επίλυσής τους.
Τέτοια είναι π.χ. γραφειοκρατικές δυσχέρειες, οικονομικές πιέσεις, θεσμικές ασυνέπειες, αλλά όχι τόσο κρίσιμα ώστε να προκαλούν συλλογική εξέγερση ή ρήξη με το σύστημα που τα παράγει.
Στο χορό μπαίνουν και μεγάλες εταιρείες και οργανισμοί, που οφελούνται από την εκάστοτε μορφή εξουσίας, με πρακτικές όπως λάθος χρεώσεις σε τιμολόγια (τις οποίες μετά διορθώνουν) ή καθυστέρηση παράδοσης προϊόντων.
Στο πλαίσιο αυτό, η συνεχής μικροενόχληση λειτουργεί ως μία μορφή διαχειριζόμενης έντασης:
Διασπά την προσοχή των πολιτών σε επιμέρους, άμεσα διαχειρίσιμα ζητήματα.
Καταναλώνει γνωστικούς και συναισθηματικούς πόρους.
Δημιουργεί αίσθηση μόνιμης αλλά ελεγχόμενης κρίσης.
Κατά τη θεωρία, το αποτέλεσμα είναι η διατήρηση μιας κατάστασης «ενεργού απασχόλησης» με το πρόβλημα, η οποία μειώνει τη δυνατότητα συγκρότησης συνολικής, συστημικής κριτικής.
Η κοινωνική ένταση παραμένει κάτω από το κατώφλι της επαναστατικής ριζοσπαστικοποίησης, ενώ ταυτόχρονα διατηρείται η εντύπωση λειτουργικότητας και ανταπόκρισης των θεσμών.
Η έννοια συγγενεύει με θεωρίες περί «διαχείρισης συναίνεσης» και «κανονικοποίησης της κρίσης», αν και δεν αποτελεί καθιερωμένο επιστημονικό δόγμα αλλά περισσότερο αναλυτικό σχήμα ερμηνείας κοινωνικών φαινομένων.