Υπάρχει μια γοητευτική σκέψη: ότι η έμπνευση δεν ξεκινά από τον ουρανό, αλλά από τη γη. Δηλαδή ο δημιουργός επηρεάζεται απ’ ό,τι βλέπει και όχι από κάποια «επιφοίτηση».
Φαντάσου έναν αρχαίο Έλληνα μάστορα. Είναι μέσα στο εργαστήρι του και ψάχνει το σφυρί. Βλέπει ότι το έχει αφήσει, ακόμα μια φορά, στον πάγκο και περπατά ως εκεί μουρμουρίζοντας.
«Κι αυτός ο πάγκος βρε αδερφέ δεν λέει να βγάλει πόδια να έρχεται από πίσω, εγώ πρέπει να πηγαίνω κάθε τρεις και λίγο, πάρε αυτό πάρε το άλλο, έλεος».
Ίσως, κάπου εκεί κοντά, να βρισκόταν και ο Όμηρος. Όχι ως ο μυθικός, σχεδόν υπερφυσικός δημιουργός που έχουμε στο μυαλό μας, αλλά ως ένας παρατηρητής της ζωής. Κάποιος που άκουσε αυτή τη φράση, είδε τη μικρή αυτή ταλαιπωρία και τη σημείωσε στο μυαλό του.
Όταν έγραφε λοιπόν την Ιλιάδα, καθώς περιέγραφε τα γλέντια των θεών, τη θυμήθηκε. Και σαν ποιητής την ανέπτυξε. Τη θέση του πάγκου πήραν τραπέζια φορτωμένα με νέκταρ και αμβροσία, που ακολουθούσαν τους θεούς ώστε να σερβίρονται συνέχεια χωρίς να κουράζονται.
Η φαντασία δεν είναι πάντα μια απόδραση από την πραγματικότητα· πολλές φορές είναι η υπερβολή της. Ο άνθρωπος δεν ονειρεύεται μονάχα το άγνωστο — ονειρεύεται και το γνωστό, αλλά καλύτερο.











