Οι Σειρήνες συγκαταλέγονται στα πιο μυστηριώδη πλάσματα της ελληνικής μυθολογίας. Στην αρχαία τέχνη απεικονίζονταν συνήθως με σώμα πουλιού και κεφάλι γυναίκας, ενώ η φωνή τους θεωρούνταν τόσο μαγευτική ώστε μπορούσε να οδηγήσει τα καράβια στα βράχια και τους ναυτικούς στην καταστροφή.
Ωστόσο, αν διαβάσουμε προσεκτικά την Οδύσσεια, θα διαπιστώσουμε μια εντυπωσιακή λεπτομέρεια: ο αρχαίος ποιητής (όπως κάνει και με την Ελένη) δεν περιγράφει ποτέ πώς μοιάζουν οι Σειρήνες. Τα πλάσματα δεν έχουν πρόσωπο έχουν μόνο φωνή.
«Πρώτα θα φτάσεις στις Σειρήνες, που μαγεύουν όλους τους ανθρώπους. Όποιος τις ακούσει, δεν επιστρέφει ποτέ στο σπίτι του…» (Ραψωδία Μ)
«Έλα εδώ, ξακουσμένε Οδυσσέα, μεγάλη δόξα των Αχαιών…
σταμάτησε το καράβι σου, για να ακούσεις τη φωνή μας…
γιατί κανείς δεν πέρασε από εδώ με το μαύρο καράβι του
χωρίς πρώτα να ακούσει τη γλυκιά μας φωνή…» (επίσης Ραψωδία Μ)
Από πού προέκυψε λοιπόν η η αρχαιότερη μορφή που γνωρίζουμε; Η απάντηση βρίσκεται όχι στην Οδύσσεια, αλλά στην τέχνη και τις παραδόσεις που αναπτύχθηκαν μετά τον Όμηρο.
Ήδη από τον 7ο και 6ο αιώνα π.Χ., οι αρχαίοι Έλληνες καλλιτέχνες άρχισαν να απεικονίζουν τις Σειρήνες ως πλάσματα με σώμα πουλιού και γυναικείο κεφάλι.
Μια πιθανή εξήγηση γι’ αυτό είναι η σύνδεση των πουλιών με τη μουσική. Από την αρχαιότητα τα πουλιά θεωρούνταν σύμβολα της μελωδίας, καθώς το κελάηδημά τους έμοιαζε με φυσικό τραγούδι.
Μια άλλη, ότι ένα τόσο ισχυρό πλάσμα «έπρεπε» ν’ ακολουθεί την καλλιτεχνική νόρμα των συγγενών υβριδικών οντοτήτων την μυθολογίας όπως οι Σάτυροι και ο Μινώταυρος.
Πότε όμως οι Σειρήνες απέκτησαν την ουρά ψαριού που βλέπουμε παντού σήμερα; Κατά τη διάρκεια των αιώνων, λόγω του ότι πολλοί είχαν ακούσει για την Οδύσσεια μα λίγοι την είχαν διαβάσει, άρχισαν να τις συνδέουν με άλλα θαλάσσια πλάσματα της ευρωπαϊκής και μεσογειακής παράδοσης, ιδιαίτερα με τις γυναικείες μορφές που ζούσαν στη θάλασσα και παρέσυραν τους ανθρώπους με τη γοητεία τους.
Έτσι, η παλιά πτηνόμορφη απεικόνιση σταδιακά υποχώρησε και στη θέση της εμφανίστηκε η εικόνα της γυναίκας με ουρά ψαριού, πιο κατάλληλη για το υδρόβιο στοιχείο όπου και ζούσε, η οποία τελικά καθιερώθηκε στη νεότερη τέχνη, στη λογοτεχνία και στον κινηματογράφο.
Η ιστορία τους θυμίζει πως οι μύθοι δεν παραμένουν ποτέ σταθεροί, αλλάζουν μαζί με τους ανθρώπους που τους αφηγούνται, προσθέτοντας κάθε εποχή τη δική τους πινελιά πάνω στον αρχαίο καμβά.











