Όταν το Häagen-Dazs άνοιξε στην Κυψέλη στα μέσα του ’90, δεν έφερε μαζί του μόνο πρωτόγνωρες γεύσεις παγωτού και μυρωδιές από φρεσκοψημένη βάφλα. Έφερε έναν αέρα αμερικανικού επαγγελματισμού και μια φιλοσοφία εξυπηρέτησης.
Όσοι έζησαν τα πρώτα χρόνια λειτουργίας του Häagen-Dazs, θυμούνται χαρακτηριστικά μια λεπτομέρεια που αποτύπωνε απόλυτα το επίπεδο του service: το θέμα του καφέ.
Αν από λάθος σου έφερναν τον φραπέ σκέτο ενώ τον είχες παραγγείλει γλυκό, η λύση δεν ήταν η κλασική ελληνική πατέντα, δηλαδή να σου φέρουν ένα φακελάκι ζάχαρη και ένα κουταλάκι για να τα ανακατέψεις μόνος σου.
Ο καφές αποσυρόταν αμέσως, χωρίς δεύτερη κουβέντα, και σου έφερναν στο τραπέζι έναν ολοκαίνουριο, φρεσκοφτιαγμένο, στη σωστή αναλογία. Η λογική ήταν απλή: η ευχαρίστηση του πελάτη ήταν σημαντικότερη από το ελάχιστο κόστος της αλλαγής.
Το δεύτερο στοιχείο που εντυπωσίαζε ήταν το open-plan concept. Η κουζίνα ήταν εντελώς ανοιχτή, μετατρέποντας την παρασκευή των γλυκών και των ροφημάτων σε μια μικρή ιεροτελεστία σε κοινή θέα:
Οι παρασκευές του καφέ: Έβλεπες live τη διαδικασία, από το άλεσμα των κόκκων μέχρι τη σωστή εκχύλιση και το χτύπημα του αφρογάλακτος. Και φυσικά ότι το προσωπικό τηρούσε όλους τους κανόνες υγιεινής.
Το σερβίρισμα των παγωτών: Η σύνθεση των περίφημων δημιουργιών με τις προσεκτικά ζυγισμένες μπάλες, την τοποθέτηση στα γυάλινα μπολ, τη ζεστή σάλτσα σοκολάτας Fudge που έρεε και τα φρέσκα φρούτα, γινόταν μπροστά στα μάτια των πελατών, ανεβάζοντας την προσμονή στα ύψη.
Για μια γειτονιά όπως η Κυψέλη, που αποτελούσε ήδη ένα διαχρονικό hotspot με ισχυρή κουλτούρα στην έξοδο και τον καφέ, το Häagen-Dazs μπορεί να μην άλλαξε ριζικά τους συσχετισμούς, προσέθεσε όμως ένα επιπλέον, πρωτοποριακό standard στην παροχή υπηρεσιών.










