Υπάρχει μια παράξενη αντίληψη που εξακολουθεί να επικρατεί σε αρκετούς «μάστορες» και «επαγγελματίες»: ότι, για να γίνει μια δουλειά σωστά, πρέπει οπωσδήποτε να την ακούσει ολόκληρη η γειτονιά.
Δεν μιλάμε, φυσικά, για τον θόρυβο που πραγματικά απαιτεί μια εργασία. Αν χρειάζεται να κοπεί ένα υλικό, να τρυπηθεί ένας τοίχος ή να χρησιμοποιηθεί ένα μηχάνημα, ο θόρυβος είναι μέρος της διαδικασίας.
Αναφερόμαστε σε καταστάσεις όπου ο βοηθός βρίσκεται στα δύο μέτρα (κυριολεκτικά) και ο μάστορας του λέει «Φέρε το κατσαβίδι!» με ένταση φωνής που θα δικαιολογούνταν μονάχα εάν βρισκόταν πάνω στο κατάστρωμα αλιευτικού εν μέσω καταιγίδας.
Ή να «γαβγίζει» στον υπομάστορα αντί να του εξηγήσει πώς να κάνει τη δουλειά. Γιατί πρέπει να ξέρουμε ότι έτσι κρατάει η μάνα του το (λογοκρισία) του πατέρα του αλλά όχι το χορτοκοπτικό;
Και τέλος το «αγαπημένο». Μουσική στη δαπασών, κυρίως καψουροτράγουδα διότι είμαστε και παιδιά του λαού.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο έντονο νωρίς το πρωί ή το μεσημέρι. Ακόμη κι όταν δεν ισχύουν οι επίσημες ώρες κοινής ησυχίας, αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι υπόλοιποι υποχρεούνται να υπομένουν κάθε περιττό θόρυβο.
Μερικοί δε, αισθάνονται και ότι δικαιούνται να κάνουν φασαρία λόγω της φύσης της εργασίας τους. Λες και δεν υπάρχουν άλλες δύσκολες δουλειές όπως το να σηκώνεις και να καθαρίζεις ηλικιωμένους ή ν’ απαντάς σε, ας το πούμε κομψά, τηλέφωνα ατόμων που έχουν πάρει διαζύγιο από την κοινή λογική.
Η λύση δεν είναι να απαιτούμε από κάθε τεχνίτη να δουλεύει μέσα σε απόλυτη σιωπή. Είναι όμως να ξεχωρίσουμε τον αναγκαίο θόρυβο από τη βαβούρα και ν’ αφήσουμε εκτός ωραρίου το σύμπλεγμα κατωτερότητας ή ανωτερότητας.
Να μιλάμε αντί να φωνάζουμε, να οργανωνόμαστε καλύτερα, να χρησιμοποιούμε τα κατάλληλα εργαλεία και να θυμόμαστε ότι πίσω από κάθε παράθυρο υπάρχει ένας άνθρωπος που όπως ίσως κι εμείς, δεν επέλεξε να βρίσκεται στο εργοτάξιό μας.











