Ο Βάττος, ένας γέροντας βοσκός, καθόταν σε μια πέτρα και πρόσεχε το μικρό του κοπάδι. Αν έπαιζε φλογέρα ή όχι, άγνωστο.
Ο Βάττος λιαζόταν λοιπόν κάτω από τον λαμπρό ήλιο, όταν βλέπει ένα μωρό να οδηγεί προς το μέρος του ένα κοπάδι από τα ομορφότερα βόδια που είχε δει στη ζωή του.
Ήταν ο θεός Ερμής ο οποίος τα έχει μόλις κλέψει από τον Απόλλωνα κι έψαχνε κάποιο καλό μέρος να τα κρύψει. Βλέποντας τον βοσκό και φοβούμενος ότι θα τον μαρτυρήσει, του χαρίζει ένα βόδι με αντάλλαγμα τη σιωπή του.
Ο Βάττος δέχεται αμέσως και μάλιστα λέει δείχνοντας μια πέτρα, ότι «πρώτα θα μιλήσει αυτή και μετά εγώ». Παρόλα ταύτα ο Ερμής που μπορεί να έχει γεννηθεί κυριολεκτικά χτες αλλά δεν είναι «χτεσινός», ψυλλιάζεται ότι ο συνεργός του δεν είναι και τόσο αξιόπιστος.
Για να τον δοκιμάσει πάει λίγο παραπέρα, αλλάζει μορφή κι επιστρέφει. Του λέει ότι ψάχνει το κοπάδι του και αν τον βοηθήσει θα τον ανταμείψει με έναν ταύρο και μια γελάδα. Ο Βάττος τον δίνει στεγνά. Πήγε από κει, πριν τόση ώρα και φορούσε σανδάλκια εμπριμέ.
Ο θεός του αποκαλύπτεται, γελάει σαρκαστικά (φαντάζομαι) και αφού παίρνει πίσω τη γελάδα τον τιμωρεί, μεταμορφώνοντάς τον σε πέτρα, επειδή πριν του είχε πει ότι η πέτρα θα μιλήσει πριν από αυτόν. Χιούμορ αρχαίο.
Αυτή η μικρή ιστορία δείχνει ότι οι περισσότερες παρανομίες χαλάνε λόγω απληστίας. Όπως και οι πετυχημένες συνεργασίες άλλωστε.










