Στην ελληνική ροκ σκηνή, ο «Μαύρος Γάτος» του Βασίλη Παπακωνσταντίνου αποτελεί ένα από εκείνα τα τραγούδια που έχουν ταυτιστεί με την αύρα του ατίθασου, του περιθωριακού και του αντισυμβατικού.
Ωστόσο ο Μαύρος Γάτος, κάτω από την επιφάνεια του «αντιεξουσιαστή» που καταδιώκεται από το σύστημα, κρύβεται μια βαθιά προβληματική ηθική αφήγηση.
Μήπως, τελικά, το τραγούδι δεν είναι ο ύμνος της ελευθερίας που νομίζαμε, αλλά ένα εργαλείο «αισθητικού ξεπλύματος» για όσους εκμεταλλεύονται τους γύρω τους;
Το τραγούδι κατασκευάζει έναν ήρωα που η κοινωνία αποφασίζει να «εκτελέσει» επειδή δεν χωράει στα καλούπια της. Αυτή η αφήγηση είναι μια κλασική ρητορική στρατηγική: μετατοπίζει το κέντρο βάρους από τις πράξεις του «διαφορετικού» ατόμου στην αδικία της εξουσίας.
Όμως, η αφήγηση αυτή υποβιβάζει σκόπιμα μερικές βασικές λεπτομέρειες. Η πρώτη βρίσκεται στον στίχο «κάλλιο μ’ έναν γάτο παρά με κοιλαρά» η οποία συμπυκνώνει μια από τις πιο τοξικές αντιλήψεις για τις ανθρώπινες σχέσεις.
Παρουσιάζει τη γυναίκα εγκλωβισμένη ανάμεσα σε δύο άκρα: τον «γοητευτικό απατεώνα» και τον «βαρετό βολεμένο». Αυτό το δίπολο δεν είναι απλώς μια στιχουργική επιλογή, αλλά μια μορφή κοινωνικής προπαγάνδας.
Υπονοεί ότι η επιλογή για συντροφικότητα βασισμένη στον σεβασμό, την ισορροπία και την αξιοπρέπεια δεν υπάρχει στον χάρτη της «ζωής». Σπρώχνει τον ακροατή (και κυρίως τη γυναίκα) να αποδεχτεί την τοξικότητα ως το τίμημα για να μην καταλήξει στην «αγκαλιά του συστήματος».
Και η δεύτερη στον στίχο: «Μα όπως είπα στην αρχή ο γάτος πονηρός, βόλευε τα κορίτσια και γίνονταν καπνός». ο γάτος δεν είναι απλώς ένας ελεύθερος άνθρωπος· είναι κάποιος που εξαπατά συναισθηματικά τα κορίτσια που συναντά στον δρόμο του.
Κουβέντα για το ότι πρέπει ν’ αναλάβει τις ευθύνες του ως σύντροφος και, κυρίως, πατέρας «μπασταρδων γατιών». Φτάνει που είναι μάγκας και καλύπτει τις σαρκικές του ανάγκες.
Η εστίαση στην «εκτέλεση» από το κατεστημένο στο τέλος λειτουργεί ως προπέτασμα καπνού. Αν ο ακροατής αναρωτηθεί για τις συνέπειες των πράξεων του γάτου απέναντι στα θύματά του, η απάντηση του τραγουδιού είναι έτοιμη: «Είναι ο ατίθασος που ΕΣΕΙΣ εκτελέσατε».
Και φυσικά η απόλυτη διαστροφή με την δήλωση του τραγουδιστή «κι αν είστε κάποιος άρχοντας και παρεξηγηθείτε» αν και, κατά τη διάρκεια του τραγουδιού δεν αναφέρεται πουθενά ότι τα θύματα του γάτου είναι αποκλειστικά και μόνο «αρχοντοπούλες».
Εδώ εγείρεται το κρίσιμο ερώτημα: Ποιος φέρει την ευθύνη για τα πρότυπα που αναπαράγονται; Η τέχνη δεν είναι ένας ουδέτερος καθρέφτης· είναι ένας διαμορφωτής συνείδησης.
Όταν ένας καλλιτέχνης χρησιμοποιεί το χάρισμά του για να εξιδανικεύσει τον «αδέσμευτο», δεν καταγράφει απλώς την πραγματικότητα, αλλά κανονικοποιεί την ανευθυνότητα.
Η επιλογή να μην αποδομηθεί ο ήρωας, να μην αντιμετωπίσει συνέπειες για τις πράξεις του και να μην αναγνωριστεί ο πόνος των θυμάτων του, είναι μια συνειδητή στάση. Είναι η στάση που λέει: «Το στυλ και ο αντισυμβατικός χαρακτήρας αρκούν για να σε βγάλουν έξω από το κάδρο της ηθικής λογοδοσίας».
Ο «Μαύρος Γάτος» παραμένει ένα αγαπημένο τραγούδι για πολλούς, αλλά είναι καιρός να το δούμε για αυτό που είναι: ένα δείγμα μιας κουλτούρας που συγχωρεί την εκμετάλλευση στο όνομα της «επανάστασης» η οποία καθορίζεται από το να καπνίζουμε σε κλειστούς χώρους και να στρίβουμε χωρίς φλας.
Υ.Γ.1 Το τραγούδι του ακούτε εδώ: Videoclip
Υ.Γ. 2 Διαβάστε και γι’ αυτήν τη μαγκιά.
Η.Γ. 3 Ο Γκεβάρα πάντως αν και είχε να οργανώνει περισσότερους από έναν ένοπλους αγώνες, τον γιο του δεν τον εγκατέλειψε.









