Σε μια επαρχιακή πόλη, η αγορά έχει «παγώσει» λόγω της οικονομικής κρίσης. Όλοι χρωστούν σε όλους και κανείς δεν κινείται. Ξαφνικά, ένας πλούσιος τουρίστας φτάνει σε ένα ξενοδοχείο, αφήνει ένα χαρτονόμισμα των 100€ στη ρεσεψιόν ως προκαταβολή και ανεβαίνει να δει τα δωμάτια.
Ο ξενοδόχος, χωρίς να χάσει χρόνο, παίρνει τα 100 ευρώ και τρέχει να τα δώσει έναντι οφειλής στον χασάπη. Ο χασάπης παίρνει το χαρτονόμισμα και κάνει το ίδιο με τον κτηνοτρόφο που του πουλάει τα ζωντανά.
Ο κτηνοτρόφος τρέχει και εξοφλεί στην τοπική ιερόδουλη το υπόλοιπο για την προηγούμενη νύχτα, κι εκείνη με τη σειρά της επιστρέφει στο ξενοδοχείο για να πληρώσει τον ξενοδόχο για τη ενοίκιαση του σχετικού δωματίου. Το κατοστάρικο βρίσκεται ξανά πάνω στον πάγκο της υποδοχής.
Εκείνη τη στιγμή, ο τουρίστας κατεβαίνει, δηλώνει ότι το wifi είναι αδύναμο, το παίρνει πίσω και φεύγει από την πόλη. Κανείς δεν κέρδισε ούτε ένα φυσικό σεντ, κανείς δεν παρήγαγε νέο πλούτο, κι όμως: κάποιοι μείωσαν το χρέος τους και κάποιοι εξόφλησαν.
Αν και το σκηνικό θυμίζει θεατρικό σκετς, το συγκεκριμένο ανέκδοτο αποτελεί μια εξαιρετική μικρογραφία δύο βασικών οικονομικών εννοιών:
Η Ταχύτητα Κυκλοφορίας του Χρήματος: Το χρήμα δεν έχει αξία όταν μένει στάσιμο (π.χ. στην τσέπη του τουρίστα ή κάτω από ένα στρώμα). Η πραγματική του δύναμη κρύβεται στο πόσες φορές αλλάζει χέρια μέσα σε ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Στην ιστορία μας, ένα και μόνο χαρτονόμισμα των 100 ευρω κατάφερε να σβήσει χρέη πολλαπλάσιας αξίας μέσα σε λίγα λεπτά, επειδή κινήθηκε.
Το Πρόβλημα της Ρευστότητας (Liquidity Crunch): Η πόλη δεν ήταν φτωχή από άποψη αγαθών ή υπηρεσιών (υπήρχαν δωμάτια, κρέατα, εργασία). Ήταν «μπλοκαρισμένη» επειδή έλειπε το μέσο ανταλλαγής. Το χαρτονόμισμα λειτούργησε ως ο απαραίτητος καταλύτης για να πραγματοποιηθεί αυτό που στα οικονομικά ονομάζεται εκκαθάριση αμοιβαίων χρεών (debt clearing).
Όταν το χρήμα κυκλοφορεί η οικονομία αναπνέει, ακόμα κι αν αυτό το χρήμα στο τέλος της ημέρας, κάνει απλώς έναν μεγάλο κύκλο.










