Λένε πως λίγο πριν ξεσπάσει η Ελληνική Επανάσταση του 1821, οι Τούρκοι είχαν αρχίσει να μυρίζονται ότι κάτι ετοιμαζόταν. Από δω κι από κει άκουγαν κουβέντες, ψιθύρους, όρκους σε σκοτεινά δωμάτια. Κάποιοι μιλούσαν για μια μυστική αδελφότητα, τη Φιλική Εταιρεία, που ετοίμαζε ξεσηκωμό.
Έστειλαν λοιπόν έναν κατάσκοπο σε ένα χωριό. Ήταν πανούργος άνθρωπος και μιλούσε τα Ελληνικά σαν να ήταν ντόπιος. Σκόπευε να πιάσει κουβέντα με έναν παπά που είχε τη φήμη πως «ήξερε πολλά».
Βρήκε τον παπά ένα απόγευμα έξω από την εκκλησία.
– Ευλόγησον, πάτερ, είπε και κάθισε δίπλα του.
Άρχισαν να μιλούν για τα συνηθισμένα: για τα χωράφια, για τους φόρους, για τα βάσανα των ραγιάδων. Ο παπάς άκουγε ήσυχα, χωρίς να λέει πολλά.
Ύστερα ο ξένος έσκυψε λίγο πιο κοντά και είπε χαμηλόφωνα:
– Παπά μου… πότε θα γλιτώσουμε επιτέλους από τους καταραμένους Τούρκους;
Ο παπάς τον κοίταξε με την άκρη του ματιού του. Δεν απάντησε. Αντί γι’ αυτό, έκανε δυο-τρία παράξενα νεύματα με τα δάχτυλά του και μια μικρή κίνηση με το χέρι.
Ήταν τα μυστικά σημάδια που αντάλλασσαν μεταξύ τους οι μυημένοι.
Ο ξένος έμεινε να τον κοιτάζει χωρίς να αντιδράσει.
Ο παπάς τότε κατάλαβε.
Πετάχτηκε απότομα, έκανε τον σταυρό του και φώναξε δυνατά ώστε να ακούσουν και δυο-τρεις χωρικοί που περνούσαν:
– Τι λόγια αυτά που λες, παιδί μου! Από ποιους να γλιτώσουμε; Από τα αδέλφια μας που μας αγαπούν; Από τον πατέρα μας τον Σουλτάνο που θέλει μονάχα το καλό μας;
Ο κατάσκοπος έμεινε κόκκαλο. Ο παπάς όμως συνέχισε το βιολί του:
– Ο εξαποδώ μπήκε μέσα σου και σε βάζει να λες τέτοιες κουβέντες! Χωριανοί βαστάτε τον!
Οι περαστικοί, που είχαν ήδη μπει στο νόημα, τον βουτάνε και τον καρφώνουν στον έδαφος. Ο παπάς με πάσα επισημότητα φορά το πετραχήλι και αρχίζει τον εξορκισμό.
– «Ο Θεός των θεών και Κύριος των κυρίων, ο Ποιητής των πυρίνων ταγμάτων και δημιουργός των ασωμάτων δυνάμεων…»
Ο κατάσκοπος τέτοια τροπή δεν την περίμενε. Όταν τελείωσε το «μυστήριο» σηκώθηκε βιαστικά και άρχισε να τρέχει.
Το μυστικό παρέμεινε ασφαλές.











