Τη δεκαετία του ’80 και του ’90 κυκλοφορούσαν στην αγορά βραχιόλια φτιαγμένα από «καθαρό χαλκό» τα οποία, σύμφωνα με τους κατασκευαστές και τους πωλητές τους, καταπολεμούσαν την αρθρίτιδα, τους πόνους των αρθρώσεων και τα ρευματικά.
Τα βραχιόλια αυτά ήταν συνήθως one-size και ανοιχτά στις άκρες ώστε πιέζοντας τες λίγο, να κάθονται πιο καλά στον καρπό. Μερικά δε, είχαν και δύο μικρούς μαγνήτες προσαρμοσμένους πάνω τους.
Η θεωρία πίσω από τη λειτουργία τους βασιζόταν στην υποτιθέμενη διαδερμική απορρόφηση μεταλλικών στοιχείων: τα αμινοξέα του ιδρώτα διέλυαν ελάχιστες ποσότητες χαλκού από το μέταλλο, επιτρέποντάς τις να εισχωρήσουν μέσω των πόρων του δέρματος στην κυκλοφορία του αίματος και να δράσουν τοπικά ως αντιφλεγμονώδες στις αρθρώσεις.
Η χαρακτηριστική πράσινη κηλίδα που άφηνε το βραχιόλι στον καρπό —αποτέλεσμα της απλής χημικής οξείδωσης του χαλκού με το οξύ του ιδρώτα— προβαλλόταν παραπλανητικά ως «ορατή απόδειξη» ότι ο οργανισμός απορροφά το μέταλλο ή ότι «αποβάλλει τις φλεγμονές».
Κατόπιν ερευνών, η μόνη ουσιαστική «λειτουργία» τους ήταν η ενεργοποίηση του φαινομένου Placebo, όπου η ισχυρή προσδοκία (η πίστη) της ανακούφισης πυροδοτούσε την παραγωγή φυσικών ενδορφινών, ενώ οι φυσικές διακυμάνσεις και υφέσεις του πόνου της αρθρίτιδας πιστώνονταν λανθασμένα στα βραχιόλια.
Το άρθρο το γράφω λόγω των όσων ακούστηκαν μετά τον τραγικό χαμό του Γιώργου Μαζωνάκη, σχετικά με το ότι «πώς είναι δυνατόν να πιστεύει κάποιος σε τέτοιες θεραπείες».
Η προσκόλληση σε αμφίβολες ή εναλλακτικές θεραπείες δεν είναι ζήτημα αφέλειας, αλλά μιας βαθιάς, αυθεντικά ανθρώπινης ανάγκης. Όταν ο πόνος, ο φόβος ή μια χρόνια πάθηση εξαντλούν τα όρια της συμβατικής ιατρικής, η αυστηρή λογική παραχωρεί τη θέση της στην, όποια, ελπίδα.
Οι αμφίβολοι θεραπευτές σπάνια πουλούν επιστήμη· πουλούν απόλυτη βεβαιότητα, χρόνο, ενσυναίσθηση και την ψευδαίσθηση του ελέγχου σε μια στιγμή που ο ασθενής νιώθει εντελώς αβοήθητος. Παράλληλα, η χρήση περίπλοκης, «επιστημονικοφανούς» ορολογίας προσδίδει σε αυτές τις μέθοδους μια αίγλη καινοτομίας.
Αν υπάρξει δε, κάποια τυχαία προσωρινή βελτίωση, ο εγκέφαλος τη μεταφράζει ως απόδειξη «ότι το σύστημα δουλεύει», σφραγίζοντας την πίστη σε πρακτικές που η επίσημη επιστήμη μπορεί να έχει προ πολλού καταρρίψει.











