Παλιά, το παιχνίδι χωριζόταν σε δύο κατηγορίες: σ’ αυτήν που απαιτούσε κάποιον εξοπλισμό (μια μπάλα ποδοσφαίρου, π.χ.) και σ’ αυτήν που απαιτούσε φαντασία.
Ένα παιχνίδι της δεύτερης κατηγορίας ήταν τα «Τσιγαροποτά». Μια παραλλαγή του κλασικού κυνηγητού που παιζόταν με διάφορες παραλλαγές.
Ένας παίκτης ήταν ο κυνηγός και όταν έπιανε κάποιον, αυτός έχανε κι έβγαινε από το παιχνίδι. Το θήραμα όμως μπορούσε να πει μια μάρκα τσιγάρων, όταν το πλησίαζε πολύ ο κυνηγός, σταματώντας την καταδίωξη. Αλλά, έπρεπε να μείνει «παγωμενο» δηλαδή εντελώς ακίνητο, από κει και μετά.
Αν κουνιόταν, πάλι έχανε και πάλι έβγαινε από το παιχνίδι. Ο μόνος νόμιμος τρόπος να «ξεπαγώσει» ήταν εάν ένας άλλος παίκτης τον ακουμπούσε λέγοντας το όνομα ενός ποτού.
Κύριος σκοπός του κυνηγού ήταν να «παγώσει» όλους τους παίκτες και να πιάσει τον τελευταίο πριν «ξεπαγώσει» κάποιον ή να τους πιάσει όλους φυσικά.
Κύριος σκοπός των υπολοίπων ήταν να μείνει τουλάχιστον ένας ενεργός, μέσα στο χρονικό διάστημα που είχαν ορίσει για τον κάθε γύρο, π.χ. μισή ώρα.
Τελικά, τα «Τσιγαροποτά» δεν ήταν απλώς ένα παιχνίδι ταχύτητας, αλλά μια ευχάριστη αφορμή να εξασκήσουμε την ομαδικότητα, τη στρατηγική και τη συνεργασία.










