Στις μέρες μας η εξαπάτηση, κυρίως ηλικιωμένων ατόμων, με σκοπό να «ξαφρίσουν» χρηματικά ποσά και κοσμήματα, γίνεται είτε μέσω ψεύτικων τηλεφωνημάτων (είμαστε από την εφορία, το παιδί σου είναι στο νοσοκομείο κ.α.) ή μέσω links που «ψαρεύουν» usernames & passwords.
Η εξαπάτηση όμως υπάρχει απ’ όταν καθιερώθηκε η ατομική ιδιοκτησία και ανάλογα με τις εποχές, αλλάζει και μορφές.
Τη δεκαετία του ’80, μεταξύ των άλλων μεθόδων υπήρχε και μια η οποία στηριζόταν σε κάτι που υπάρχει ακόμη (η τάση να μιλάμε για τα προσωπικά μας στον δρόμο) και σε κάτι που δεν υπήρχε τότε (κινητά τηλέφωνα).
Ο απατεώνας μάθαινε στο καφενείο, στην ουρά της τράπεζας ή στη λαϊκή, μερικές βασικές πληροφορίες. Ποιος ηλικιωμένος γονέας μένει μόνος του, που μένει και με ποιον συγγενή, φίλο από το χωριό ή συνάδελφο συνταξιούχο στο χωριό, έχει επαφές αλλά όχι όσες θα επιθυμούσε.
Δηλαδή αντάλλασσαν ευχές κάθε Χριστούγεννα και Πάσχα αλλά δεν μιλούσαν τόσο πολύ γιατί ήταν άρρωστος, δεν είχε τηλέφωνο και λοιπά τέτοια.
Άφηνε να τρέξουν οι μέρες, περνούσε από το σπίτι και έλεγε «είμαι συγχωριανός του Γιάννη του ξαδέλφου σου από το τάδε χωριό. Μου παρήγγειλε να περάσω οπωσδήποτε και να σου δώσω τους χαιρετισμούς του».
Ύστερα ξεκινούσε το πόσο τον εκτιμά ο Γιάννης και σε συνδυασμό με το ότι οι άνθρωποι ήταν πιο φιλόξενοι τότε, δεχόταν ευχαρίστως τον καφέ που 9 στις 10 φορές του προσέφεραν.
Πάνω στη γενική συζήτηση ανέφερε ότι είναι ηλεκτρολόγος και ότι ο πίνακας του σπιτιού (ο παλιός με τις ασφάλειες που έσκαγαν όταν υπήρχε βραχυκύκλωμα) είναι επικίνδυνος και ότι μπορεί με 5.000 δραχμές να τον αντικαταστήσει με σύγχρονο, με ρελέ. Αστείο ποσό για πίνακα ακόμη και για την εποχή παρεμπιπτόντως, αλλά όχι αστείο γενικά.
Τσέπωνε το πεντοχίλιαρο και έλεγε «πετάγομαι να πάρω τον πίνακα κι έρχομαι να τον βάλω. Υπολογίστε ότι θα χρειαστώ μια ωρίτσα να τον τοποθετήσω οπότε μην κανονίσετε κάτι στο ενδιάμεσο, να είστε εδώ».
Η εξαπάτηση είχε ολοκληρωθεί και ο απατεώνας είχε αλλάξει γειτονιά πολύ πριν το θύμα μιλήσει με τον Γιάννη.











