Οι Θερμοπύλες είναι γνωστές. Τόσο που όταν κάποιος τριτοκοσμικός, ενσηματοκλέφτης, κατσικοαγάπης, κομπλεξικός χαχόλος ματαιοπονεί για ώρες να πείσει κάποιον ότι είναι από «σπουδαίο πολιτισμό» ένας Έλληνας λέει αυτό και καθάρισε.
Οι Θερμοπύλες από την αρχαιότητα ακόμα, ξεπέρασαν το απλό τοπωνύμιο και έγιναν συνώνυμες με την ηρωϊκή όσο και μάταιη αντίσταση. Αυτό που λέει ο Καζαντζάκης «να πολεμάς ξέροντας ότι θα χάσεις και να είσαι χαρούμενος».
Οι Πέρσες (με τους οποίους ιστορικά σταματήσαμε να πλακωνόμαστε, με διάφορους τρόπους, γύρω στο 1.100 μ.Χ.) έχουν κι αυτοί τις δικές τους.
Μετά τα Γαυγάμηλα και στις αρχές του 330 π.Χ. ο Αλέξανδρος (που τον εκτιμάτε περισσότερο απ’ όσο εγώ) έβαλε πλώρη για την Περσέπολη, το διοικητικό κέντρο της αχανούς αυτοκρατορίας.
Πρώτα πήγε στα Σούσα όπου τον υπόδεχτηκαν με ανοιχτές αγκάλες τύπου «καλώς τα ναυτάκια τα ζουμπουρλούδικα». Για να φτάσει όμως στον τελικό προορισμό του έπρεπε να περάσει από μια στενωπό με το όνομα Περσικές Πύλες ( Αρριανός, Αλεξάνδρου Ανάβασις, 3.18.2) και Tang-e Khas σήμερα.
Εκεί σαν άλλος Λεωνίδας (με την έννοια του επικεφαλής του στρατεύματος όχι του δικού μας «άσε ρε που θα τρομάξουμε από τα τσικό»), τον περίμενε ο Αριοβαρζάνης, ο Πέρσης σατράπης της επαρχίας της Περσίδας.
Βλέποντας ότι δεν υπάρχει περίπτωση να νικήσει σε μάχη σε ανοικτό πεδίο, έβαλε το στρατο του πίσω και στα πλάγια των Πυλών ενώ ταυτόχρονα οχύρωσε την είσοδο.
Όταν ο στρατός του Αλέξανδρου επιτέθηκε, ήρθε αντιμέτωπος με μια βροχή από βέλη και πέτρες και αναγκάστηκε να υποχωρήσει με σημαντικές μάλιστα απώλειες.
Ο Ξανθός όμως και στρατιωτικό κεφάλι ήταν και είχε διαβάσει για τις εδώ Θερμοπύλες. Έψαξε λοιπόν και βρήκε κάποιον ντόπιο που του υπέδειξε ένα πέρασμα το οποίο έβγαζε στην πλάτη των Περσών.
Έτσι χώρισε τις δυνάμεις του:
Ο Κρατερός παρέμεινε με στρατεύματα μπροστά από το οχυρωμένο πέρασμα.
Ο ίδιος ο Αλέξανδρος κινήθηκε τη νύχτα μέσα από τα βουνά, με επίλεκτες μονάδες.
Την αυγή επιτέθηκε από τα νώτα, ενώ ταυτόχρονα ο Κρατερός επιτέθηκε από την κύρια είσοδο.
Οι Πέρσες βρέθηκαν παγιδευμένοι ανάμεσα σε δύο επιθέσεις.
Εδώ βρίσκεται και η πιο συγκλονιστική λεπτομέρεια της αφήγησης: ο Κόιντος Κούρτιος Ρούφος περιγράφει Πέρσες στρατιώτες που, έχοντας χάσει τα όπλα τους, αγκάλιαζαν τους Έλληνες αντιπάλους τους και τους παρέσερναν στο έδαφος, προσπαθώντας να τους σκοτώσουν με τα ίδια τους τα όπλα.
Για την τύχη του Αριοβαρζάνη υπάρχουν διαφορετικές αρχαίες εκδοχές:
- Ο Αρριανός αναφέρει ότι διέφυγε με λίγους άνδρες προς τα βουνά.
- Ο Κούρτιος παρουσιάζει μια διαφορετική εκδοχή, σύμφωνα με την οποία προσπάθησε να φτάσει στην Περσέπολη, αλλά εμποδίστηκε από τη φρουρά του και επέστρεψε στη μάχη.
Υπάρχει όμως μια ενδιαφέρουσα ιστοριογραφική επιφύλαξη: οι αρχαίοι συγγραφείς γνώριζαν την ιστορία των Θερμοπυλών και ενδεχομένως διαμόρφωσαν την αφήγηση της μάχης του Αριοβαρζάνη με τρόπο που να θυμίζει την παλαιότερη σύγκρουση.










